ἄνυμι

ἄνυμι
Grammatical information: v.
Meaning: `effect, accomplish' (Il).
Other forms: themat. ἀνύω, ἁνύω; *ἄνϜω \> ἄ̄νω; with dental ἀνύτω, Att. ἁνύτω (Schwyzer 704 : 1), aor. ἤνυσα (sec., s. below), ἤνεσα (Strunk below). Glosses κασάνεις· ἀνύεις, Λάκωνες H. (= καθανεις); ἀανές· οὐ τελεσθησόμενον H.
Dialectal forms: Myc. anuto \/Anutos\/; a₂numeno \/hanumenos\/
Compounds: ἀν-ήνυ(σ)τος `unrealisable, endless' (Od.);
Derivatives: ἀνυστός (ἁν-) `feasible' (E.)
Origin: IE [Indo-European] [906] *senh₁- `win, complete'
Etymology: ἄνυμι is identical with Skt. sanóti `win' (*sn̥-n-eu-). The aorist ἤνεσα is old and corresponds to Skt. asāniṣam (*senh₁-s-); Schwyzer 696 n. 10, 752; Strunk Nasalpr. 116. Hitt. šanḫ-zi `seek, strive' cannot represent *senh₁- - Cf. αὑθέντης, ἐντεσίεργος.
Page in Frisk: 1,115

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ανύω — ἀνύω κ. ἀνύτω ή ἁνύτω κ. ἄνυμι (Α) 1. εκτελώ, φέρνω σ ένα τέλος, επιτελώ («ἤνυτο δ ἔργον», Όμηρος «οὐδὲν ἤνυε», Ηρόδοτος) 2. κατορθώνω κάτι, πετυχαίνω κάτι που με συμφέρει 3. τελειώνω, καταναλίσκω, εξαφανίζω («ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν» αφού σ… …   Dictionary of Greek

  • υπάνυμαι — Α (κατά τον Ησύχ.) «ὑπανύσθαι ὑπουργεῑν». [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο) * + ἀνυμι / ἀνύω «εκτελώ»] …   Dictionary of Greek

  • φθίνω — ΝΜΑ, και φθίω και κρητ. τ. τ. ψίνω Α 1. τείνω προς το τέλος, ελαττώνομαι συνεχώς, εκλείπω σταδιακά (α. «φθίνουσα πορεία» β. «φθίνουσιν νύκτες τε καὶ ἤματα», Ομ. Οδ.) 2. διέρχομαι το στάδιο τής παρακμής, παρακμάζω (α. «από τον 2ο μ.Χ. αιώνα η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.